ΑΝΤΩΝΙΟΣ Δ. ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ
ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΟΣ    

Πτυχιούχος Πανεπιστημίου Αθηνών     
Mετεκπαιδευθείς στο  ISTITUTO ORTOPEDICO RIZZOLI di BOLOGNA
Σύνδρομο πρόσκρουσης ισχίου (FAI)


Η άρθρωση του ισχίου είναι μια από τις μεγαλύτερες αρθρώσεις υψηλής φόρτισης βάρους και βρίσκεται μεταξύ του μηρού (κεφαλή μηριαίου οστού ) και της λεκάνη- πύελος (αρθρική επιφάνεια κοτύλης). Οι αρθρικές επιφάνειες των οστών που σχηματίζουν την άρθρωση του ισχίου καλύπτονται από αρθρικό χόνδρο, που λειτουργεί σαν μαξιλάρι που απορροφά μέρος των δυνάμενων φόρτισης επιτρέποντας την ομαλή κινητικότητα και λειτουργικότητα της άρθρωσης

Το σύνδρομο πρόσκρουσης ισχίου είναι η παθολογική κατάσταση κατά την οποία οι αρθρικές επιφάνειες των οστών που αποτελούν την άρθρωση του ισχίου, δεν ολισθαίνουν ομαλά και αναπτύσσονται ισχυρές δυνάμεις τριβής, με συνέπεια την αλλοίωση των μαλακών στοιχείων της άρθρωσης:(επιχείλιου χόνδρου, συνδέσμων, κ.α.), την προοδευτική καταστροφή των αρθρικών επιφανειών:(αρθρικού χόνδρου), την ανώμαλη ανάπτυξη οστίτη οστού και τελικά την εκφύλιση της άρθρωσης, τον περιορισμό του φυσιολογικού εύρους των κινήσεων και την απώλεια λειτουργικότητάς της:(οστεοαρθρίτιδα).

Με βάση το σημείο της βλάβης διακρίνονται 3 τύποι του συνδρόμου πρόσκρουσης του ισχίου : α)στην παραμόρφωση της κεφαλής του μηριαίου (CAM impingement deformity), β) στην υπερβολική ανάπτυξη του οστίτη ιστού της κοτύλης και  την παθολογική κάλυψη της κεφαλής του μηριαίου (Pincer impingement deformity) και γ) ο συνδυασμός των παραπάνω καταστάσεων (Combined impingement deformity).

Κυριότερα αίτια είναι η ανώμαλη ανάπτυξη των οστών της άρθρωσης κατά τη διάπλαση του σκελετού στην παιδική ηλικία, η έντονη ενασχόληση με αθλητικές δραστηριότητες όπως το ποδόσφαιρο, γκολφ, η ποδηλασία, οι πολεμικές τέχνες, κα.

Η κλινική συμπτωματολογία περιλαμβάνει πόνο στη βουβωνική χώρα, στο ισχίο, και την οσφύ, ενώ έντονος πόνος εκλύεται κατά τη διενέργεια στροφικών κινήσεων, μετά από παρατεταμένη παραμονή σε καθεστηκυία θέση, καθώς και αίσθημα "κλειδώματος" της άρθρωσης του ισχίου κατά την εκτέλεση κινήσεων.

Η διάγνωση τίθεται μετά από αξιολόγηση του ιστορικού του ασθενούς, την κλινική εξέταση και τον απεικονιστικό έλεγχο (ακτινογραφία λεκάνης-ισχίου, αξονική-CT και μαγνητική-MRI τομογραφία).
Η συντηρητική θεραπεία περιλαμβάνει την ανάπαυση, την αποφυγή κινήσεων που επιδεινώνουν τον πόνο και τη χορήγηση παυσίπονων για ανακούφιση του πόνου. Επί επιδείνωση της συμπτωματολογίας συνιστάται χειρουργική επέμβαση (συνήθως με αρθροσκοπική τεχνική) γίνεται αφαίρεση των αλλοιωμένων τμημάτων του επιχείλιου χόνδρου, του αρθρικού χόνδρου και του έκτοπου οστίτη οστού και διόρθωση των παθολογικών βλαβών που περιορίζουν την κινητικότητα του ισχίου. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η αντιμετώπιση της πάθησης σε πρώιμο στάδιο, προκειμένου να αποφευχθούν οι αλλοιώσεις οστεοαρθρίτιδας και η ανάγκη για διενέργεια ολικής αρθροπλαστικής ισχίου.
Μετεγχειρητικά ακολουθείται ειδικό πρόγραμμα αποκατάστασης,κινησιοθεραπείας και φυσιοθεραπείας.