ΑΝΤΩΝΙΟΣ Δ. ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ
ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΟΣ    

Πτυχιούχος Πανεπιστημίου Αθηνών     
Mετεκπαιδευθείς στο  ISTITUTO ORTOPEDICO RIZZOLI di BOLOGNA
Ρήξη στροφικού πετάλου (Rotator cuff)


Η άρθρωση του ώμου επιτελεί έναν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό, ποικίλου εύρους κινήσεων και αποτελείται από την κεφαλή του άνω άκρο του βραχιόνιου οστού που αρθρώνεται με την ωμογλήνη (αρθρική επιφάνεια της ωμοπλάτης)και την κλείδα, το περιφερικό άκρο της οποίας προσφύεται μέσω ισχυρών συνδέσμων στην ωμοπλάτη (ακρωμιολειδικοί -κορακοκλειδικοί σύνδεσμοι).

Το στροφικό πέταλο του ώμου (rotator cuff ) αποτελείται από 4 τένοντες που προσφύονται : στο έλασσον βραχιόνιο όγκωμα του βραχιονίου οστού (τένοντας του υποπλατίου μυός), στο μείζον βραχιόνιο όγκωμα του βραχιονίου οστού με παρακείμενη διάταξη κατά σειρά από εμπρός προς τα πίσω (τένοντας του υπερακανθίου μυός, τένοντας του υπακανθίου μυός και τένοντας του ελάσσονος στρογγύλου μυός). Η λειτουργία του στροφικού πετάλου σταθεροποιεί δυναμικά την άρθρωση και εξασφαλίζει την ομαλή κίνηση και λειτουργικότητας της (ανύψωση άνω άκρου, στροφικές κινήσεις κ.α.). Μεταξύ του στροφικού πετάλου και του κάτω τμήματος του ακρωμίου βρίσκεται η υπακρωμιακή bursa (subacromial bursa) ανατομικός σχηματισμός που διευκολύνει την κίνηση του ώμου.

Μεγάλο μέρος της παθολογίας του ώμου οφείλεται σε βλάβες του στροφικού πετάλου. Τα αίτια της βλάβης είναι ο χρόνιος επαναλαμβανόμενος τραυματισμός των τενόντων που προκαλεί χρόνια φλεγμονή, προοδευτική εκφύλιση και μικρού ή μεγάλου βαθμού ρήξη, καθώς και ο οξύς τραυματισμός μετά από κάκωση της περιοχής του ώμου ή και απότομη κίνηση. Παρατηρείται σε άτομα με σύνδρομο υπακρωμιακής πρόσκρουσης λόγω περιορισμού του υπακρωμιακού χώρου κίνησης των τενόντων με συνέπεια τη συμπίεση και τη χρόνια φθορά. Επίσης παρατηρείται σε άτομα με έντονη φυσική δραστηριότητα και καταπόνηση της άρθρωσης του ώμου με κινήσεις του άνω άκρου άνωθεν της κεφαλής όπως παίκτες τένις, μπέιζμπολ, κολυμβητές και χειρωνάκτες.

Η κλινική συμπτωματολογία περιλαμβάνει πόνο τόσο κατά τις κινήσεις όσο και κατά την ηρεμία που συχνά αφυπνίζει τον ασθενή, ευαισθησία στην περιοχή της βλάβης κατά τη ψηλάφηση, διόγκωση της άρθρωσης, ερυθρότητα και περιορισμός των κινήσεων ή και αδυναμία ανύψωσης του άνω άκρου εναντίον της βαρύτητας (σε περιπτώσεις πλήρους ρήξης).

Η διάγνωση τίθεται μετά το ιστορικό, την κλινική εξέταση και τον απεικονιστικό έλεγχο με, διενέργεια ακτινογραφίας, υπερήχου ή μαγνητικής ώμου, προκειμένου να γίνει διαφορική διάγνωση από άλλες παθολογικές καταστάσεις.

Η συντηρητική θεραπεία περιλαμβάνει την ανάπαυση, την αποφυγή καταπόνησης της άρθρωσης του ώμου, ασκήσεις ενδυνάμωσης του ώμου, τη χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φάρμακων για έλεγχο του πόνου, καθώς και τη διενέργεια ενδοαρθρικής έγχυσης τοπικών αναισθητικών και κορτικοστεροειδών. Σε αποτυχία της συντηρητικής αγωγής συνιστάται η χειρουργική αντιμετώπιση (με αρθροσκοπική ή ανοιχτή χειρουργική τεχνική,) με στόχο την αποσυμπίεση του στροφικού πετάλου, με εκτομή του υπακρωμιακού τμήματος και του ιστού που φλεγμαίνει. Οι ρήξεις του στροφικού πετάλου συνήθως δεν επουλώνονται, οπότε και αντιμετωπίζονται χειρουργικά. Γίνεται αποκατάσταση της συνέχειας του τένοντα, με τη χρήση ειδικών υλικών (μεταλλικές ή απορροφήσιμες "άγκυρες"), που τοποθετούνται μέσα στο οστό, στη θέση της κατάφυσης του αποσπασθέντος τένοντα και με τη χρήση των ραμμάτων που διαθέτουν στο άκρο τους, ο τένοντας επανακαθηλώνεται.

Μετεγχειρητικά χορηγούνται αναλγητικά για την αντιμετώπιση του πόνου, το άνω άκρο ακινητοποιείται με ειδικό νάρθηκα απαγωγής, παγοθεραπεία για μείωση του μετεγχειρητικού οιδήματος, ενώ ακολουθείται πρόγραμμα αποκατάστασης και φυσιοθεραπείας.