ΑΝΤΩΝΙΟΣ Δ. ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ
ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΟΣ    

Πτυχιούχος Πανεπιστημίου Αθηνών     
Mετεκπαιδευθείς στο  ISTITUTO ORTOPEDICO RIZZOLI di BOLOGNA
Οστεοπόρωση

Η Οστεοπόρωση είναι μια γενικευμένη συστηματική νόσος που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική πυκνότητα, διαταραχή  της μικροαρχιτεκτονικής του οστού, αυξημένη ευθραυστότητα του σκελετού και αυξημένο κίνδυνο κατάγματος.
Ο επιπολασμός της νόσου είναι ιδιαίτερα υψηλός με ποσοστά που φθάνουν το 29% των γυναικών και το 18% των ανδρών στις Η.Π.Α. για άτομα ηλικίας 45-79 ετών, ενώ στην Ελλάδα τα ποσοστά αγγίζουν το 20% των γυναικών και το 12% των ανδρών για άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των 60 ετών.

Η Οστεοπόρωση ταξινομείται σύμφωνα με την αιτιολογία της σε : Πρωτοπαθή Οστεοπόρωση που περιλαμβάνει την μετεμμηνοπαυσιακή , την γεροντική  και την ιδιοπαθή. Δευτεροπαθή Οστεοπόρωση που οφείλεται σε παθολογικές καταστάσεις όπως: ν.Cushing, ΣΔ, υπερπαραθυροειδισμός, πολλαπλούν μυέλωμα, δρεπανοκυτταρική αναιμία, χρήση κορτικοειδών, παρατεταμένη ακινητοποίηση  κ.α. Τοπική μορφή Οστεοπόρωσης: από ακινητοποίηση για την θεραπεία καταγμάτων, σύνδρομο Sudeck (RSD),ιδιοπαθής παροδική οστεοπόρωση μιας άρθρωσης (πχ ισχίου).

Τα οστά σε όλη την διάρκεια της ζωής του ανθρώπου βρίσκονται σε δυναμική κατάσταση δόμησης και αποδόμησης που εξασφαλίζει την λειτουργία τους. Η διαταρραχή αυτής της σχέσης με υπεροχή του καταβολισμού των οστών έναντι της παραγωγής οστού οδηγεί στην οστεοπόρωση.

Στους κύριους παράγοντες κινδύνου ανήκουν : η ελαττωμένη παραγωγή οστικής μάζας και ο αυξημένος ρυθμός οστικής απορρόφησης. Ενώ στους δευτερεύοντες : η εμμηνόπαυση, η χρόνια ανεπαρκής πρόσληψη ασβεστίου ή έλλειψη βιταμίνης-D,ο περιορισμός της κίνησης, η υπερκατανάλωση πρωτεϊνών, αλκοόλ, καφέ ή τσαγιού, το κάπνισμα, το φύλο, η φυλή, η οικογενής προδιάθεση, η ιδιοσυστασία και οι συνθήκες έλλειψης βαρύτητας.

Η διάγνωση της Οστεοπόρωσης γίνεται από τον εξειδικευμένο Ιατρό. Η διαγνωστική προσπέλαση  περιλαμβάνει :
Το ιστορικό του ασθενούς (ηλικία, δείκτης μάζας σώματος, αναφερόμενη απώλεια ύψους, εμμηναρχή-εμμηνόπαυση, χειρουργικές επεμβάσεις ,παθήσεις ενδοκρινών αδένων, αναπνευστικού, ουροποιητικού, γαστρεντερικού, καρδιαγγειακού, Κ.Ν.Σ., αιματολογικές, ανοσολογικές, κ.α. ,κάπνισμα, κατάγματα, φαρμακευτική αγωγή, πρόσληψη ασβεστίου από την διατροφή, γενετική επιβάρυνση,  κ.α.) .

Την κλινική εξέταση του ασθενούς (μέτρηση βάρους, ύψους, έλεγχος παραμορφώσεων σπονδυλικής στήλης, έλεγχος κινητικότητας, έλεγχος βάδισης, ψηλάφηση σπονδυλικής στήλης-αρθρώσεων, νευρολογικές διαταραχές, κ.α.).
Τον ακτινολογικό έλεγχο (ακτινογραφίες σπονδυλικής στήλης, πυέλου-ισχίων, κ.α.).
Την μέτρηση οστικής μάζας (απορροφησιομετρία διπλοενεργιακής δέσμης ακτίνων- Χ-DEXA, ποσοτική υπερηχοτομογραφία-QUS, ποσοτική υπολογιστική τομογραφία-QCT, περιφερική ποσοτική υπολογιστική τομογραφία-pQCT, μη επεμβατικές μέθοδοι μελέτης μικροαρχιτεκτονικής του οστού: HRCT, muCT, HRMR, muMR, κ.α.).
Εξετάσεις αίματος (γενική αίματος, βιοχημικός έλεγχος, βιοχημικοί δείκτες οστικού μεταβολισμού: οστικής παραγωγής-οστικής απορροφησης, έλεγχος επιπέδων ορμονών, κ.α.).
Εξετάσεις ούρων (γενική ούρων, εξέταση ούρων 24ώρου, βιοχημικοί δείκτες οστικού μεταβολισμού, κ.α.).
Τα άτομα που έχουν ένδειξη  να κάνουν μέτρηση οστικής μάζας με DEXA είναι: οποιασδήποτε ηλικίας και των δύο φύλων, εφ'όσον κρίνεται από τον Ιατρό ότι η μέτρηση αυτή θα βοηθήσει στην λήψη θεραπευτικής απόφασης.
Περιλαμβάνονται: Όλες οι γυναίκες ηλικίας > 65 ετών. Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ή άνδρες με ιατρικές αιτίες οστικής απώλειας . Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες  < 65 ετών με έναν τουλάχιστον παράγοντα κινδύνου: κάταγμα μετά την εμμηνόπαυση, βάρος σώματος < 57.7 kgr ή δείκτη μάζας σώματος  < 21, ιστορικό κατάγματος ισχίου γονέα, κάπνισμα.
Επίσης όλοι οι άνδρες και οι γυναίκες ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών.
Οι περιοχές μέτρησης της οστικής μάζας με DEXA είναι: η σπονδυλική στήλη, για άτομα ηλικίας  < ή = των 60 ετών και το ισχίο για άτομα ηλικίας > των 60 ετών.
Το T-score εκφράζει την οστική μάζα του ασθενούς ως προς τον αριθμό των σταθερών αποκλίσεων από τον μέσον όρο της οστικής μάζας των νεαρών φυσιολογικών ενηλίκων.
Το Z-score εκφράζει την οστική μάζα του ασθενούς ως προς τον αριθμό των σταθερών αποκλίσεων από τον μέσον όρο της οστικής μάζας ατόμων του πληθυσμού τροποποιημένων με κριτήριο  την ηλικία.

Ο φυσιολογικός ρυθμός οστικής απώλειας είναι  <  από 2% το έτος.
Ο κίνδυνος του ασθενούς για κάταγμα προκύπτει με την χρήση του αλγόριθμου FRAX για ασθενείς 40 ετών ή μεγαλύτερους που δεν έχουν λάβει ποτέ αντιοστεοπορωτική αγωγή, ανάλογα με την οστική τους πυκνότητα αλλά και τους συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Με την μέθοδο αυτή εκτιμάται η πιθανότητα που έχει ένα άτομο να υποστεί κάταγμα στα επόμενα 10 έτη.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση της Οστεοπόρωσης περιλαμβάνει: την διατροφή, την άσκηση και τα φάρμακα.
Η διατροφή θα πρέπει να περιέχει 1000 με 1500 mg ασβεστίου και 400 με 800 IU βιταμίνης-D ημερησίως. Τροφές πλούσιες σε ασβέστιο είναι τα γαλακτοκομικά, το γάλα, τα σύκα, τα αμύγδαλα, το σπανάκι, το  ταχίνι, το σουσάμι, κ.α. Τροφές πλούσιες σε βιταμίνη-D είναι το μουρουνέλαιο, το σκουμπρί ,ο σολωμός, ο τόνος, η σαρδέλα, ο κρόκος του αυγού , κ.α. Η ηλιακή ακτινοβολία παίζει βασικό ρόλο στην παραγωγή της βιταμίνης-D στον οργανισμό.
Η εφαρμογή προγράμματος ασκήσεων, κυρίως υπό αντίσταση, προωθεί την σκελετική ανάπτυξη στις μικρότερες ηλικίες και αυξάνει την οστική μάζα στους ενήλικες. Η αεροβική γυμναστική βοηθά στην καλή φυσική κατάσταση, την ευεξία, την μυϊκή ενδυνάμωση και στην μείωση των πτώσεων.
Τα φάρμακα για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης διακρίνονται  σε: Αντιοστεοκλαστικά (μειώνουν τον οστικό καταβολισμό) : διφωσφονικά, τροποποιητές υποδοχέων των  οιστρογόνων (SERMs), καλσιτονίνη, denosumab. Οστεοπαραγωγικά (αυξάνουν την οστική παραγωγή): τεριπαρατίδη(1-34 PTH), 1-84 PTH(παραθορμόνη). Φάρμακο με συνδυασμένη δράση (μειώνει τον οστικό καταβολισμό και αυξάνει την οστική παραγωγή): ρανελικό στρόντιο. Φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν ασβέστιο και βιταμίνη-D. Η επιλογή της κατάλληλης αντιοστεοπορωτικής αγωγής για τον κάθε ασθενή πρέπει να καθορίζεται και να εξατομικεύεται από τον εξειδικευμένο Ιατρό του.

Συμπεράσματα: 
Η οστεοπόρωση οδηγεί σε κατάγματα, επηρεάζει την ποιότητα ζωής και αυξάνει την θνησιμότητα,
Η οστεοπόρωση αυξάνει το κόστος των υπηρεσιών υγείας.
Η οστεοπόρωση μπορεί να προληφθεί, να διαγνωσθεί και να αντιμετωπισθεί.
Απλός ακτινολογικός έλεγχος και μέτρηση οστικής μάζας μπορούν να βοηθήσουν στην διάγνωση .
Η συνεχιζόμενη ιατρική εκπαίδευση μας επιτρέπει να ευαισθητοποιούμαστε και να ενημερωνόμαστε ως προς τις νοσολογικές οντότητες που αφορούν σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και είναι πολύ σημαντική καθώς μπορεί να σώσει ζωές.-